images

ΓΡΑΜΜΑΤΑ Σ’ ΕΝΑ ΝΕΟ ΙΕΡΕΑ

4.00

Κατάθεση ψυχής από λευκασμένο λειτουργό του Θεού στους νέους ποιμένες της Εκκλησίας.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΣΠΟΡΑ
Availability: Εξαντλημένο Κωδικός προϊόντος: 1480 Κατηγορία:

Περιγραφή

… Τά κείμενα, πού ἀκολουθοῦν, στόν τύπο τῶν ἐπιστολῶν, εἶναι ὁ φτωχός καρπός τοῦ προσωπικοῦ μου στοχασμοῦ καί τῆς ἀδελφικῆς κοινωνίας μέ τούς νέους λειτουργούς τῆς Ἐκκλησίας…

… Τίς σκέψεις μου τίς εἶχα διατυπώσει καί προφορικά σέ νέους ἱερεῖς. Τίς ἀποθέτω τώρα καί γραπτά στά χέρια καί στίς καρδιές ὅλων τῶν νέων ἱερέων τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας.

Τό περιεχόμενο τῆς κάθε ἐπιστολῆς εἶναι ἕνας λόγος, πού ἀπευθύνθηκε σέ κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. Μέ τήν ἴδια ὅμως ἄνεση καί μέ τήν ἴδια ἀγάπη ἀπευθύνεται στόν κάθε νέο ἱερέα, πού ἀξιώνεται νά δοθεῖ καί νά ἀφοσιωθεῖ στό τρισμέγιστο λειτούργημα…

(απόσπασμα)

Κεφάλαιο 4.

Ἀδελφέ μου Μ…

Ἀραδιάζοντας στό χαρτί δυό σκέψεις, ξέσπασμα χαρᾶς καί συμμετοχῆς στό μεγάλο γεγονός τῆς ζωῆς σου, στή χειροτονία σου, γυρίζω, μέ χτύπο τῆς καρδιᾶς μου δυνατό, στό δικό μου ξεκίνημα. Νοιώθω, πώς ἀρχίζω νά κάνω τά πρῶτα βήματα τῆς ἱερατικῆς μου ζωῆς. Πώς δοκιμάζω τίς πρῶτες συνταρακτικές ἱερατικές συγκινήσεις. Καί πώς φτάνω νά διακρίνω πτυχές μυστικές τῆς χαρισματικῆς διακονίας, πού δέν τίς ὑποπτεύτηκα μήτε τότε, πού ἔσκυψα τό κεφάλι κάτω ἀπ’ τό χέρι τοῦ ἐπισκόπου μου, μήτε στά μακρά χρονικά ὅρια, πού ἀσκῶ τό λειτούργημα.

Τήν ἀφορμή σ’ αὐτό μου τό προβληματισμό μοῦ τήν ἔδωσε ἡ συγκεκριμένη μέρα τῆς χειροτονίας σου, μέ τό ἀπροσμέτρητα εὐρύ καί τό ἀβόλιστα βαθύ περιεχόμενό της.

Πῆρες τό δῶρο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ κατά τήν Κυριακή τοῦ Ἀσώτου. Τή μέρα, πού ἡ Ἐκκλησία διαβάζει τήν «πολυσήμαντη» αὐτή παραβολή καί προσπαθεῖ νά ἐμβαθύνει στό κρυφό νόημά της.

Δραματική στή δομή της αὐτή ἡ παραβολή δέν σταμάτησε νά συγκινεῖ καί νά διδάσκει. Ἄλλοι τήν βρίσκουν σάν τήν πιό ζωντανή καί τήν πιό ἐκφραστική ἀνάλυση τῆς μετάνοιας, πού ὁδηγεῖ στή γεμάτη ἀγάπη ἀγκαλιά τοῦ μεγάλου Πατέρα. Κι ἄλλοι, σάν τήν πιό ἐπιγραμματική περίληψη τῆς Θεολογίας ὁλόκληρης τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Ἐγώ , καθώς τή διάβασα ἀπ΄ τήν αρχή καί δοκίμασα νά κλώσω λίγο τό περιεχόμενό της στή σκέψη μου, τή βρῆκα νά νοηματίζει καί νά ἑρμηνεύει τήν ἱερωσύνη μας. Νά δείχνει ποιό εἶναι τό πλαίσιο καί ποιό τό περιεχόμενο τῆς ποιμαντικῆς μας εὐθύνης.

Ἀδελφέ μου Μ…

Δυό εἶναι τά βασικά πρόσωπα τῆς παραβολῆς. Ὁ πατέρας μέ τά σπλάγχνα τῶν οἰκτιρμῶν κι ὁ νέος ἄνθρωπος, μέ τό ἀλόγιστο πάθος τῆς χειραφέτησης καί τῆς θελκτικῆς κοσμικῆς περιπέτειας.

Τό παιδί φαίνεται σκληρό. Ζητάει μέ θρασύτητα «τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας» (Λουκ. ιε΄ 12). Καί φεύγει, χωρίς ἐσωτερικό ἔλεγχο καί χωρίς τήν παραμικρή σκιά δισταγμοῦ ἀπ’ τό πατρικό σπίτι.

Ὁ πατέρας τυλίγεται στόν πόνο. Ἡ κατάχρηση τῆς ἐλευθερίας ἀπ’ τό σπλάγχνο του, ἡ περιφρόνηση τῆς πατρικῆς στέγης καί τῆς ἁγνῆς πατρικῆς φροντίδας, τοῦ σκίζουν καί τοῦ πληγώνουν τά σωθικά. Δέν ἀφίνει ὅμως τόν ἑαυτό του νά προφέρει τόν τελικό λόγο τῆς ἀπόγνωσης καί δέν διατυπώνει τήν ἔσχατη ἐτυμηγορία τῆς ἀποστροφῆς. Μένει πάντα πατέρας. Ὁ ἀλέκιαστος ἥλιος τῆς ἀγάπης. Ἡ πηγή τῆς ζεστασιᾶς, τῆς συγγνώμης, τοῦ καθαρμοῦ καί τῆς ἀναγέννησης.

Στή δεύτερη φάση τοῦ δράματος, ὁ γιός δοκιμάζει τήν ὕποπτη χαρά τοῦ κόσμου. Καί ρουφάει, μέχρι καί τήν τελευταία σταγόνα, τό φαρμακερό ποτήρι τῆς ἀποστασίας. Πορεύεται σέ χώρα μακρινή. Σκορπίζει τήν «οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Καί περνάει, ἀπ’ τό τρελλό ξεφάντωμα, στήν ἄμετρη θλίψη, στήν κακουχία, στήν καθημερινή ἀναμέτρηση μέ τήν πεῖνα, τήν περιφρόνηση καί τόν θάνατο.

Μέχρι που συνέρχεται.

Καί, τότε, κινάει γιά τό ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς. Νά πάει νά βρεῖ τό πατρικό σπίτι. Νά πέσει στά πόδια τοῦ πληγωμένου πατέρα. Νά κλάψει. Νά ξεχύσει τό φαρμάκι τῶν κριμάτων του καί τήν ἐνοχῆς του. Νά σφραγίσει μέ τήν ἐξομολόγησή του τήν ἀπόφαση τῆς μετάνοιάς του. Νά ζητήσει τό πατρικό ἔλεος. Καί νά ἱκετέψει, μ’ ὅση δύναμη τοῦ ἀπομένει, νά γίνει δεκτός, σάν ἔσχατος δοῦλος, στήν πατρική στέγη.

Ἐδῶ, στήν τρίτη φάση, στή φάση τῆς μετάνοιας καί τῆς ἀποκατάστασης, παρουσιάζονται, ἀνάμεσα στόν πατέρα καί στό μετανοιωμένο γιό, τά πρόσωπα τῶν δούλων.

Ὁ ἄσωτος φτάνει συντριμμένος στήν πατρογονική γῆ. Σέρνει τά βήματα μέ κόπο, μά δέν κλονίζεται μέσα του ἡ ἀπόφαση τῆς ἀλλαγῆς. Ἡ τραγική ἐμπειρία τῆς ἀποστασίας του τόν ἔχει φορτώσει μέ θλίψη καί μέ ντροπή. Λαμπάδιασε ὅμως μέσα του καί τή νοσταλγία τῆς πατρικῆς ἀγκαλιᾶς.

Ὁ πατέρας τόν βλέπει ἀπό μακρυά καί τρέχει κι αὐτός νά τόν συναντήσει. Ὅσο κι ἄν ἀσώτεψε, δέν παύει νἆναι παιδί του. Προέκταση τῆς δικῆς του ὕπαρξης. Ἡ εἰκόνα, πού δέν σβήνεται ἀπ’ τόν πίνακα τῆς καρδιᾶς.

Ἡ συνάντηση κι οἱ ἀντιδράσεις καί τῶν δυό, δέν εἶναι ἀπό κεῖνα, πού μπορεῖ νά περιγράψει μέ ἄνεση ἀνθρώπινος κάλαμος. Μονάχα ὁ χρωστήρας τοῦ λόγου τοῦ Θεανθρώπου εἶχε τή δύναμη, μέ δυό πινελλιές, νά μᾶς δώσει μιά ἐκφραστική ζωγραφιά.

Ὁ ἄσωτος σωριάζεται μπροστά στά πόδια τοῦ πατέρα. Κι ὁ πατέρας σκύβει καί τυλίγει τά γεροντικά του χέρια στό βρώμικο τράχηλο τοῦ ἐπαναστάτη γιοῦ.

«Πατέρα, ἁμάρτησα στόν οὐρανό καί μπροστά σου», φωνάζει μέσα στό λυγμό του ὁ νεοφερμένος.

Καί δέν προλαβαίνει ν’ ἀποσώσει τό λόγο, πού εἶχε σχεδιάσει νά πεῖ, γιά νά φανερώσει τή μετάνοια καί νά ζητήσει τή χάρη.

Ὁ πατέρας, πάντα πατέρας, τόν σφίγγει θερμά, τόν ζεσταίνει μέ τό φιλί τῆς ἀγάπης, τόν λούζει στό γεροντικό δάκρυ κι ἀμέσως γυρίζει στούς ὑπηρέτες καί δίνει τήν προσταγή:

«Ἐξενέγκατε τήν στολήν τήν πρώτην καί ἐνδύσατε αὐτόν, καί δότε δακτύλιον εἰς τήν χεῖρα αὐτοῦ καί ὑποδήματα εἰς τούς πόδας, καί ἐνέγκαντες τόν μόσχον τόν σιτευτόν θύσατε, καί φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρός ἦν καί ἀνέζησε, καί ἀπολωλός ἦν καί εὐρέθη» (Λουκ. ιε΄ 22-24).

Σ’ αὐτή τήν πιό μεγάλη στιγμή, τή στιγμή, πού ἡ γέφυρα τῆς μετάνοιας καί τῆς ἀγάπης ἑνώνει τίς δυό καρδιές, τή στιγμή, πού τά δυό ἀποξενωμένα πρόσωπα ξανασμίγουν κι ἀποκαθίσταται ὁ δεσμός καί ξαναθρονιάζεται στό σπίτι ἡ χαρά, οἱ ὑπηρέτες γίνονται ἑρμηνευτές τῆς πατρικῆς ἀγάπης κι ὄργανα τῆς ἀνακαίνισης κι ἐπανενθρόνισης τοῦ ξεπεσμένου παιδιοῦ.

Δέν ἦταν κατόρθωμα τῶν ὑπηρετῶν μήτε τό ἄνθος τῆς μετάνοιας, πού βλάστησε στήν ἀναταραγμένη καρδιά, μήτε τό μάλαγμα τῆς ἀγάπης, πού προσφέρθηκε δίχως συγκρατημό.

Ἡ μετάνοια ἦταν ὁ ὥριμος καρπός τοῦ πόνου. Τό ἄνοιγμα μετά τήν ὀδύνη τῆς περιπλάνησης καί τῆς ἀπομόνωσης στή χώρα τῆς ἁμαρτίας.

Κι ἡ πατρική συγγνώμη ἦταν ἐνεργοποίηση τῆς ἀγάπης. Ἦταν κίνημα κι ἐνέργεια τῆς οὐσίας τοῦ Πατέρα, πού «ἀγάπη ἐστίν» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 9).

Ἡ δραστηριότητα τῶν δούλων ἦταν ἐκπλήρωση τοῦ χρέους τῆς πιστότητας στόν οἰκοδεσπότη. Καί, ταυτόχρονα, ἦταν μιά προέκταση τοῦ λόγου καί τοῦ ἔργου τῆς ἀγάπης πρός τό πλανημένο καί συντριμμένο παιδί.

Οἱ ὑπηρέτες, ταγμένοι νά ἐκπληρώνουν τό πρόσταγμα τοῦ κυρίου τους, βρέθηκαν καί σέ τούτη τή στιγμή «πιστοί οἰκονόμοι καί φρόνιμοι» (Λουκ. ιβ΄ 42). Δέν ἄφησαν ν’ ἀνεβεῖ στά χείλη τους ὁ λόγος τῆς ἀντίρρησης, ὅπως θἄκανε ὕστερα ἀπό λίγη ὥρα ὁ πρωτότοκος γιός. Μήτε ταλαντεύτηκαν. Προχώρησαν στό ἔργο, πού τούς ὥρισε ὅ πνιγμένος στή συγκίνηση, ἀλλά σταθερός, λόγος τοῦ κυρίου τους. Ἔφεραν τή στολή «τήν πρώτην» καί λαμπροφόρεσαν τό γυμνό κορμί καί τήν κουρελιασμένη συνείδηση. Τοὔβαλαν καί παπούτσια καινούργια. Τοῦ πέρασαν καί χρυσό δακτυλίδι στό χέρι. Κι ἔσφαξαν τό σιτευτό μοσχάρι, γιά νά γιορτάσει ὁλόκληρο τό σπίτι τό γεγονός.

Καί μέσα στά πλαίσια καί μέσα στήν ἀτμόσφαιρα τῆς πιστότητας, πρόσφεραν κι αὐτοί ἀκέραιο τόν παλμό τῆς ἀγάπης τους. Τή ζεστασιά στήν παγωμένη ὕπαρξη. Τή βεβαιότητα τῆς λησμοσύνης τῆς ἁμαρτίας. Καί τήν πληροφορία τῆς ἀποκατάστασης τοῦ πρίν ἄσωτου στή θέση τοῦ τιμημένου παιδιοῦ.

Ἀδελφέ μου Μ…

Ἄφησε τό μάτι τῆς ψυχῆς σου, τό στοχασμό σου καί τό εὐαίσθητο αἴσθημά σου, ν’ ἀναστραφοῦν μέ τά πρόσωπα τῶν ὑπηρετῶν. Μέ τήν ἀφοσίωσή τους. Μέ τό ἔργο τῆς ἀγάπης τους.

Αὐτές οἱ νοητές φυσιογνωμίες τῆς παραβολῆς ἀποτελοῦν μιά εἰκόνα κι ἕνα τύπο τῆς ἱερατικῆς προσωπικότητας. Τοῦ χρέους μας μέσα στό μεγάλο σχέδιο καί μέσα στό ἔργο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Τοῦ περιεχομένου, πού πρέπει νά γεμίζει τήν ὕπαρξή μας. Τῆς εὐαισθησίας μας μπροστά στό θεϊκό θέλημα. Καί τῆς διακονίας μας τή στιγμή τῆς συνάντησης τοῦ μετανοιωμένου ἀνθρώπου μέ τό Θεό.

Ὑπεύθυνος καί προσωπικός ὁ βηματισμός τοῦ κάθε ἀνθρώπου, πού ἐπιστρέφει στό Θεό. Ὕστερα, ποιός ξέρει, ἀπό ποιά περιπέτεια, ἔρχεται νά γεφυρώσει τό χάσμα, πού ἔσκαψε ἀνάμεσα στό Δημιουργό καί στό πλάσμα ἡ ἁμαρτία. Ν’ ἀνοίξει ξανά τό διάλογο. Νά φέρει σέ κοινωνία.

Ὁ Θεός μιλάει στήν καρδιά, ταρακουνάει τή συνείδηση, ξυπνάει ἀπ’ τό βαθύ τό λήθαργο, φωτίζει τό μονοπάτι τῆς ἐπιστροφῆς καί τῆς σωτηρίας. Κι ὁ ἄνθρωπος κάνει μονάχος του τό τολμηρό τό βῆμα, φεύγει ἀπ’ τή χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου κι ἔρχεται νά ριχτεῖ στό πέλαγος τῆς θεϊκῆς ἀγάπης.

«Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν» (Ἰωάν. στ΄ 44).

«Καί ἀναστάς ἦλθε πρός τόν πατέρα αὐτοῦ» (Λουκ. ιε΄ 20).

Σ’ αὐτή τήν ἀτίμητη συνάντηση, τήν ἰστορική καί λυτρωτική γιά τήν καθεμιά ὕπαρξη, τήν κοσμογονική γιά τήν Ἐκκλησία, ἔρχεται νά διακονήσει ἡ ἱερωσύνη μας.

Ὁ Θεός κι ὁ ἄνθρωπος, ὁ Πατέρας καί τό παιδί ἔρχονται σέ μιά καινούργια σχέση, σέ μιά ἄμεση, γόνιμη κοινωνία, μέ τή μετάνοια.

Κι ἐμεῖς, σάν λειτουργοί, σάν ὑπηρέτες, στεκόμαστε στό πλάϊ. Παρακολουθοῦμε αὐτή τή μεγαλειώδη προσέγγιση. Τήν ταπείνωση, τήν κένωση τοῦ Θεοῦ, πού ἔρχεται νά συναντήσει τόν ἄνθρωπο. Καί τό σπάσιμο τῶν δεσμῶν τῆς ἁμαρτίας ἀπ’ τόν ἄνθρωπο, πού ἀρχίζει νά τρέχει ἀσυγκράτητος νά ριχτεῖ στούς κόλπους τοῦ Θεοῦ.

Παρόντες ἐκεῖ, τήν ὥρα, πού «συνάπτεται» ὁ ἄνθρωπος, τό λογικό πλάσμα, μέ τόν Κύριο, παίρνουμε τήν ἐντολή, νά τόν λούσουμε. Νά τοῦ φορέσουμε τή στολή τῆς δόξας. Καί νά προσφέρουμε θυσία τό μοσχάρι τό σιτευτό.

Ὁλόκληρη ἡ ποιμαντική μας φροντίδα εἶναι προσπάθεια κι ἀγώνας νά ντύσουμε μέ τήν καινούργια στολή τά μετανοιωμένα παιδιά τοῦ Θεοῦ. Νά γίνει πραγματικότητα ὁ «καινός ἄνθρωπος».

Γιά νά χρησιμοποιήσω τή φράση-πρόσταγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «ἀποθέσθαι ὑμᾶς κατά τήν προτέραν ἀναστροφήν τόν παλαιόν ἄνθρωπον τόν φθειρόμενον κατά τάς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, ἀνανεοῦσθαι δέ τῷ πνεύματι τοῦ νοός ὑμῶν καί ἐνδύσασθαι τόν καινόν ἄνθρωπον τόν κατά Θεόν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καί ὁσιότητι τῆς ἀληθείας» (Ἐφεσ. δ΄ 22-24).

Καί, ταυτόχρονη μέ τή διακονία τῆς ἀνακαίνισης τῆς στολῆς τῆς ψυχῆς, ἡ θυσία τοῦ Μόσχου τοῦ σιτευτοῦ, ἡ λειτουργία στή Μυστική Τράπεζα τῶν θείων δωρεῶν καί τῆς θείας εὐφροσύνης.

Θἄχεις παρατηρήσει μέ πόση λεπτότητα καί μέ πόσο δέος ξετυλίγεται ἡ ποιμαντική φροντίδα μέσα στήν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας. Ὁ ἱερέας δέν κάνει ποτέ προσωπικό διάλογο μέ τόν μετανοιωμένο ἄνθρωπο. Οὔτε δίνει, σάν ἀπό δική του περιουσία, τήν ἄφεση.

Τό Μυστήριο τῆς σωτηρίας τό ἐργάζεται ὁ Θεός. Κι ὁ ἱερεύς στέκεται παράπλευρα καί διακονεῖ.

«Ἄνθρωποι μέν ὑπηρετοῦσιν εἰς τό φαινόμενον, πνεῦμα δέ ἅγιον δίδωσι τό μή φαινόμενον» (Κυρίλλου Ἱεροσολύμων: Κατήχηση ΙΖ΄ λστ΄).

Καί, στή συνέχεια, θἄχεις ἐπισημάνει, πόσο πανηγυρικό χαρακτήρα ἔχει ἡ Εὐχαριστία. Τό Δεῖπνο τής ἀγάπης καί τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο.

Ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι ἡ ἀνάμνηση κι ἡ προσφορά στό σημερινό ἄνθρωπο τῆς σταυρικῆς θυσίας, ἡ «καταγγελία» τοῦ θανάτου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κι ἡ παροχή τοῦ οὐράνιου Ἄρτου, «τῆς τροφῆς τοῦ παντός κόσμου» (εὐχή τῆς Προθέσεως). Παρ’ ὅλο ὅμως τόν ἔντονα σταυρώσιμο χαρακτήρα της, παρ’ ὅλη τήν ἀνάμνηση τῶν περιστατικῶν τῆς ἀγωνίας καί τοῦ πόνου τοῦ Λυτρωτοῦ μας, μένει τό Τραπέζι τῆς χαρᾶς καί τῆς εὐφροσύνης τῶν ἀναγεννημένων παιδιῶν τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, μιλώντας γιά τό Βάπτισμα καί γιά τήν Εὐχαριστία, πού ἀκολουθεῖ μετά τήν ἔνταξη τῶν νέων μελῶν στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, γράφει:

«Μετά γάρ τήν ἐκεῖθεν ἄνοδον εὐθέως ἐπί τήν τράπεζαν ἄγονται τήν φρικτήν καί μυρίων γέμουσαν ἀγαθῶν καί τοῦ σώματος ἀπογεύονται καί τοῦ αἵματος τοῦ δεσποτικοῦ καί οἰκητήριον γίνονται τοῦ Πνεύματος καί καθάπερ αὐτόν τόν Χριστόν ἐνδεδυμένοι οὕτω περιΐασιν, ὥσπερ ἄγγελοί τινες ἐπίγειοι πανταχοῦ φαινόμενοι καί ταῖς ἀκτίσι τοῦ ἡλίου ἀντιλάμποντες» (Ὀμιλίαι Κατηχητικαί, ΙΙ, 27).

Καί σ’ αὐτή τή χαρά καί σ’ αὐτό τό πανευφρόσυνο Τραπέζι τῆς οἰκογένειας τοῦ Θεοῦ, ὁ ἱερεύς δέν ἔχει τή θέση τοῦ οἰκοδεσπότη. Ὑπηρετεῖ. Προσφέρει μέ πιστότητα τή διακονία του καί στόν Πατέρα τῆς μεγάλης οἰκογένειας καί στά ἀγαπημένα παιδιά του.

«… ἡ Χάρις ἐστίν ἡ ἁγιάζουσα… ὁ δ’ ἑκάστοτε ἱερουργῶν ὑπηρέτης ἐστίν ἐκείνης. Εἰσφέρει γάρ οὐδέν οἴκοθεν, οὐδέν τολμᾷ ποιεῖν ἤ λέγειν ἀπό τῆς ἑαυτοῦ κρίσεως καί τῶν λογισμῶν· ἀλλ’ ἐκεῖνα μόνον ἅ παρέλαβεν ἐκεῖθεν, εἴτε πρᾶγμά ἐστιν, εἴτε λόγος, εἴτε ἔργον, κατά τόν τρόπον ὅν ἐκελεύσθη, κομίσας ἀποδίδωσι τῷ Θεῷ· καί αὕτω τά δῶρα κατά τό ἀρέσκον τῷ Θεῷ ἀεί προσφερόμενα ἀνάγκη ἀρεστά αὐτῷ ἀεί καί δεκτά εἶναι» (Νικολάου Καβάσιλα: Ἑρμηνεία εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν, ΜΣΤ΄ 10).

Ἀναλαμβάνοντας μιά τέτοια εὐθύνη, μπαίνοντας ἀνάμεσα στό Θεό καί στόν ἄνθρωπο στήν πιό κρίσιμη στιγμή τῆς ζωῆς μιᾶς ὕπαρξης, ἔχουμε χρέος νά ἀσκήσουμε τή διακονία μας μέ πιστότητα καί ἀγάπη. Πιστότητα σ’ Ἐκεῖνον, πού μᾶς κάλεσε. Κι ἀγάπη στόν ἄνθρωπο, πού εἶναι τό ἀγαπημένο παιδί Του.

Ὅμοια μέ τούς δούλους, τούς ταπεινούς κι ἀνώνυμους, πού ὑποτάχτηκαν σιωπηλά στό πρόσταγμα τοῦ πατέρα κι ὑπηρέτησαν μέ στοργή, εὐαισθησία καί διακριτικότητα τόν ἄσωτο γιό. Ὅμοια μέ τούς ἅγιους Ἀποστόλους καί τίς λεγεῶνες τῶν λειτουργῶν, πού αἰῶνες τώρα, δούλεψαν ἀθόρυβα, πιστά, μέ κρυστάλλινη καθαρότητα καί μέ πύρινη ἀγάπη.

Θέλω νά ἐπισφραγίσω τίς λίγες σκέψεις τῆς ἐπιστολῆς μου σέ σένα, τό νέο ἱερέα, μέ τήν προτροπή, πού βάζει στό στόμα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὁ μεγάλος ὑμνωδός τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Ρωμανός ὁ Μελωδός.

Ἰερεῖς δοῦλοί μοι πιστοί,

θύσατε τοῦτον τόν μόσχον

καί δότε πᾶσι τρώγειν

τοῖς τοῦ δείπνου μου ἀξίοις

τόν ἄσπιλον μόσχον,

τόν καθαρόν κατά πάντα,

τόν σιτευθέντα

ἐξ’ ἀσπόρου γῆς ἧσπερ ἔπλασε·

αἵμα τε καί ὕδωρ

τό ἐκ τῆς πλευρᾶς αὐτοῦ

πηγάζον τοῖς πιστεύουσι»

(Κοντάκιον κατανυκτικόν εἰς τόν ἄσωτον υἱόν).

Μητροπολίτου Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Νικοδήμου, «Γράμματα σ’ ἕνα νέο Ἱερέα», β΄ ἔκδ. (Ἀθήνα: Ἐκδόσεις «ΣΠΟΡΑ»), 52-63

Επιπλέον πληροφορίες

ISBN

 960-7321-00-6 

Σελίδες

128

Διαστάσεις

21×14

Έκδοση

1992, Β'

Συγγραφέας

ΓΚΑΤΖΙΡΟΥΛΗΣ Π.ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ (ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ)

Εξώφυλλο

Χαρτόδετο